Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Τριετές Μνημόσυνο Γέροντος Γαβριήλ

Μέσα σὲ κλίμα κατανύξεως καὶ μὲ μεγάλη προσέλευση πιστῶν, τοῦ μεγαλυτέρου μέρους τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν τελέσθηκε τ πρωΐ του Σαββάτου, 3 Δεκεμβρίου 2016, στὸ Μετόχι τοῦ Κύκκου τὸ τριετὲς μνημόσυνο τοῦ μακαριστοῦ Καθηγουμένου τῆς Μονῆς Ἀποστόλου Βαρνάβα, τοῦ Γέροντος Γαβριἠλ.
Τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ του ἱεροῦ μνημοσύνου προΐστατο ὁ Ἀρχιμανδρίτης π. Ἀγαθόνικος, πνευματικὸ τέκνο τοῦ Γέροντος καὶ Ἔφορος τῆς Μονῆς τοῦ Κύκκου.
Τὸ θεῖο κήρυγμα ἐξεφώνησε ὁ ὑμνογράφος Καθηγητής, Δρ Χαραλάμπης, Μπούσιας ἐπικεντρωθεὶς στὴν ἀνακαίνιση τῆς ζωῆς μας μὲ τὸν Χριστό μας.
Μεταξὺ τῶν ἄλλων παρέστη καὶ ὁ τέως Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης και νύν Ἐπίτροπος Προεδρίας γιά Ἀνθρωπιστικά Θέματα, πνευματικὸ τέκνο τοῦ Γέροντος, κ. Φῶτος Φωτίου. 
κολουθεί  μιλία το κ. Μπούσια.
Ἀνακαίνιση τῆς ζωῆς μας μὲ τὸν Χριστό
Ἡ ζωή μας σὲ αὐτὴ τὴ γῆ παλιώνει μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου. Παλιώνουμε ὅλοι μας, εἴτε τὸ θέλουμε εἴτε ὄχι, καὶ ἡ ἁμαρτία ποὺ εἶναι συσσωρευτικὴ μᾶς ἀσχημίζει, μᾶς μεταβάλλει σὲ ἄμορφη μάζα ἐρειπίων, μέσα στὴν ὁποία μὲ μεγάλη δυσκολία ξεχωρίζουμε τὸ ἀρχικὸ κάλλος. Γινόμαστε παλαιοὶ ἄνθρωποι, παλιάνθρωποι καὶ κυριολεκτικὰ καὶ μὲ τὴν μεταφορικὴ τοῦ χρόνου ἔννοια. Τότε εἶναι ποὺ χρειαζόμαστε ἀνακαίνιση, ἡ ὁποία, ὅμως, γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ ἀπαιτεῖ προηγουμένως σκληρὴ ἐργασία καὶ πολλὲς φορὲς κατεδάφιση. Γιὰ νὰ ἀνακαινισθοῦμε ὀφείλουμε νὰ πετάξουμε συνήθειες, ἐμπειρίες κακές, ἁμαρτωλὸ παρελθόν, νὰ ἀλλάξουμε τρόπο ζωῆς πολλὲς φορὲς κατεδαφίζοντας τὰ οἰκοδομήματα τῆς καρδιᾶς μας, αὐτὰ ποὺ χτίσαμε σὲ σαθρὸ θεμέλιο καὶ ὄχι στὸ θεμέλιο τῆς πίστεως, ὅταν, πιθανόν, δὲν γνωρίζαμε ὅτι «θεμέλιον ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός (Α΄ Κορ. γ΄ 11).
Ἂν σκεφθοῦμε ὅτι εἴμαστε φθαρτοί, ὅτι εἴμαστε «γῆ καὶ σποδός» (Σοφ. Σειρ. ι΄ 9) καὶ ὅτι δὲν ἤλθαμε σὲ αὐτὴ τὴ ζωὴ γιὰ νὰ τὴν κατακτήσουμε καὶ νὰ μείνουμε αἰώνια ἐδῶ, ἀλλὰ ἤλθαμε γιὰ νὰ φύγουμε, τότε ἡ ἀνακαίνιση μᾶς εἶναι ἀπαραίτητη. Ὄχι ὅμως ὑλικὴ ἀνακαίνιση, ἀλλὰ πνευματική, αὐτή, πού, δυστυχῶς, τὶς περισσότερες φορὲς δὲν μᾶς πολυαπασχολεῖ, γιατὶ βρισκόμαστε κάτω ἀπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ, αὐτοῦ ποὺ θέλει νὰ μᾶς ρίξει στὶς παγίδες του, αὐξάνοντάς μας τὸ ὑλιστικὸ φρόνημα.
Χρειάζεται νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὴν ἀνακαίνιση τῶν ψυχῶν μας, μὲ τὸ στολισμό τους μὲ ἀρετές, ὅπως, διάκριση, ταπείνωση, ἁπλότητα, εὐγένεια, εὐσπλαγχνία, ἐλεημοσύνη, χρηστοήθεια, σωφροσύνη, δικαιοσύνη, εὐσέβεια. Ἡ ἀνακαίνιση αὐτὴ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὸ στολισμό μας μὲ ἔνδυμα ἀφθαρσίας, μὲ ἔνδυμα γάμου, γιὰ νὰ εἰσέλθουμε στὸν οὐράνιο νυμφώνα καὶ νὰ μὴν βρεθοῦμε στὴ δυσάρεστη θέση κάποτε νὰ ποῦμε στὸν Κύριό μας: «Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ».
Ἀνακαίνιση πνευματικὴ σημαίνει εἴτε ἁπλὸ φρεσκάρισμα, ἐὰν γνωρίζουμε «τί τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον» (Ρωμ. ιβ´ 2), ἀλλὰ ἐπειδὴ εἴμαστε εὐόλισθοι στὴν ἁμαρτία πέφτουμε στὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ, εἴτε ὁλικὴ κατεδάφιση τοῦ παλαιοῦ μας ἀνθρώπου, ἡ ὁποία προϋποθέτει μεταμέλεια, ἀλλαγὴ πορείας ζωῆς, μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση. Ἡ ὁποιαδήποτε ἀνακαίνιση γίνεται ὄχι μὲ δικές μας δυνάμεις, ἀλλὰ μὲ τὴ θεία συνέργεια, μὲ τὴ βοήθεια Ἐκείνου ποὺ ἦρθε λέγοντάς μας «ἰδοὺ ἐγὼ καινὰ ποιῶ πάντα» (Ἀποκ. κα΄ 5), Ἐκείνου, δηλαδή, ποὺ ἦρθε, γιὰ νὰ ἀνακαινίσει τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα. Νὰ μᾶς ἀνακαινίσει ὡς ἄτομα καὶ ὡς κοινωνία μὲ τὸ λόγο Του, μὲ τὴ διδασκαλία Του, μὲ τὴ χάρη τῶν μυστηρίων Του, πάντοτε, ὅμως, μὲ τὴν ἐλεύθερη βούλησή μας ποὺ προϋποθέτει ὠδίνες καὶ κόπους. Ὠδίνες ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν ἀμετανοησία, τὴ σκληροκαρδία, τοὺς πειρασμούς, ἀλλὰ καὶ τὴν ἄγνοια τοῦ Θείου θελήματος.
Ἡ συνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ φανέρωσή του στὴ ζωή μας. Ἐμεῖς μὲ τὰ χοϊκά μας μάτια δὲν τὸν βλέπουμε, ἐνῶ τὸν ἐπιζητοῦμε, ἀφοῦ βρίσκεται συνεχῶς μπροστά μας. Μποροῦμε, ὅμως, νὰ τὸν δοῦμε καὶ ἂς κρύβεται Ἐκεῖνος, ὅταν τὸν ζητήσουμε, γιὰ νὰ μᾶς ἀνακαινίσει. Μὴ λησμονοῦμε ὅτι ὁ Χριστός μας κατέβηκε στὴ γῆ, ἀλλὰ ἔκρυψε τὸ θεϊκό Του μεγαλεῖο στὴν ταπεινὴ ἀνθρώπινη φύση. Γεννήθηκε στὸ σπήλαιο μέσα σ’ ἕνα στάβλο ζώων, καὶ τίποτα τὸ ἐξωτερικὸ δὲν φανέρωνε τὴ βασιλική Του ἰδιότητα. Περπάτησε ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, χωρὶς οἱ περισσότεροι νὰ ὑποψιάζονται τὴ θεϊκή Του καταγωγή. Κρυβόταν κατὰ τὴν ἐνανθρώπησή Του, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τώρα κρύβεται. Πῶς νὰ καταλάβουμε ὅτι μᾶς φανερώνεται; Μά, ὁ ἴδιος δὲν μᾶς εἶπε ὅτι, ὅπου εἴμαστε «δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι» στὸ ὄνομά Του, εἶναι κι Αὐτὸς μαζί μας ἀλλὰ ἀοράτως (βλ. Ματθ. ιη΄ 20); Δὲν μᾶς εἶπε ὅτι μᾶς συγχωρεῖ μὲ τὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, κι ἂς μὴν Τὸν βλέπουμε μὲ τὰ σωματικά μας μάτια; Δὲν εἶναι Αὐτὸς ποὺ κρύβεται κάτω ἀπὸ τὰ ταπεινὰ στοιχεῖα τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου ποὺ κοινωνοῦμε στὴ θεία Εὐχαριστία; Ἡ χάρις Του ἐνεργεῖ μυστικὰ στὴν καρδιά μας. Νά, ἡ φανέρωσή Του! Ἂν μάθουμε νὰ Τὸν διακρίνουμε μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως καὶ νὰ ζοῦμε ἑνωμένοι μαζί Του, τότε κι Ἐκεῖνος θὰ μᾶς ἀνακαινίσει κατὰ τὴν ἐπιθυμία μας, ὥστε ἀνακαινισμένους νὰ μᾶς ἀναγνωρίσει ὡς δικούς Του, ὅταν θὰ φανερωθεῖ ἔνδοξος στὴ Δευτέρα Του Παρουσία, γιὰ νὰ μᾶς παραλάβει κοντά Του καὶ νὰ μᾶς καταστήσει κοινωνοὺς τῆς θεϊκῆς Του δόξης. Γι’ αὐτὸ γράφει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ἡμῶν, τότε καὶ ὑμεῖς σὺν αὐτῷ φανερωθήσεσθε ἐν δόξῃ» (Κολ. γ΄ 4).
Ἡ ἀνακαίνισή μας μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ μας προϋποθέτει κάποιες κατεδαφίσεις τῆς πρότερης ζωῆς μας ποὺ ἀσχήμισαν τὸ παρουσιαστικό μας. Ποιές εἶναι αὐτές; Μᾶς λέει πάλιν ὁ θεῖος Παῦλος, «Νεκρώσατε τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία» (Κολ. γ΄ 5)· νεκρώσατε, μᾶς λέει, τὰ μέλη σας ποὺ ἐπιθυμοῦν τὶς γήϊνες ἀπολαύσεις καὶ ἡδονές. Κατεδαφίσατε τὸ οἴκημα τῆς ψυχῆς σας ποὺ χτίσατε πάνω στὴν πορνεία, τὴν ἀκαθαρσία, σὲ κάθε πάθος καὶ ὑποδούλωση στὸ κακό, σὲ κάθε κακὴ ἐπιθυμία καὶ στὴν πλεονεξία, ἡ ὁποία εἶναι λατρεία στὸ εἴδωλο τοῦ χρήματος. Δὲν μᾶς συμβουλεύει ἁπλῶς νὰ ἀποφεύγουμε τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη, ἀλλὰ μᾶς ζητᾶ νὰ τὰ νεκρώσουμε, νὰ τὰ κατεδαφίσουμε, ὥστε νὰ χαθεῖ κάθε τους ἴχνος, καὶ νὰ μὴν ἐπανεμφανισθεῖ ποτέ. Καὶ συνεχίζει: «ἀπόθεσθε», δηλαδή, μαζὶ μὲ τὴν κατεδάφιση τοῦ παλαιοῦ οἰκήματος τῆς ψυχῆς σας, ξεντυθεῖτε καὶ πετάξατε ἀπὸ πάνω σας, σὰν ἀκάθαρτο ροῦχο, ὅλα τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη, «ὀργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αἰσχρολογίαν, ψεῦδος» (Κολ. γ΄ 8). Ξεντυθεῖτε τὴν ἁμαρτία καὶ ντυθεῖτε τὸν Χριστό μας, ὥστε νὰ λάβετε τὴν ἄφεση καί, μὲ τὴ χάρη Του νὰ ζήσετε τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση.
Στὴν ἀνακαίνιση τῶν ψυχῶν καίριο ρόλο παίζει ἡ κατεδάφιση τοῦ παλαιοῦ μας ἀνθρώπου, τῶν ἐπιθυμιῶν μας, τῶν παθῶν μας, τοῦ ἐγωϊσμοῦ μας, τῶν συνηθειῶν μας, τῶν ἐλλατωμάτων μας, ὅλων αὐτῶν ποὺ μᾶς κρατοῦν σὲ πνευματικὴ παλαίωση, σὲ ἐξαθλίωση, σὲ σήψη, ποὺ σίγουρα θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν κρήμνισή μας στὸ ἔρεβος τῆς πνευματικῆς ἀπωλείας. Καὶ στὴν κατεδάφιση αὐτὴ ἂς γνωρίζουμε ὅτι ὅσο «ὁ ἔξω ἄνθρωπος διαφθείρεται» τόσο «ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ καὶ ἡμέρᾳ» (Β´ Κορ. δ´ 16).
Ὅταν ἀνακαινισθοῦμε, ὅταν νεκρώσουμε τὸν ἁμαρτωλὸ ἑαυτό μας, τότε ὁ Χριστὸς μᾶς χαρίζει καινούργια ζωή, γεμάτη ἀπὸ τὸ φῶς καὶ τὴ χάρη Του. Τότε λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, θὰ ἔχουμε γίνει καινούργιοι ἄνθρωποι, «ἀπεκδυσάμενοι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ» (Κολ. γ΄ 9), ἀφοῦ πετάξαμε ἀπὸ πάνω μας σὰν ρυπαρὸ ἔνδυμα τὸν παλαιὸ κακὸ ἑαυτό μας καὶ τὰ ἁμαρτωλὰ ἔργα του καὶ ἀφοῦ ντυθήκαμε τὸ νέο ἄνθρωπο, «ἐνδυσάμενοι τὸν νέον τὸν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν» (Κολ. γ΄ 10)· τότε ὡς ἀνακαινισμένοι θὰ προοδεύουμε στὴν τέλεια γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ γινόμαστε διαρκῶς καινούργιοι, μὲ τὸ νὰ παίρνουμε τὴν ἴδια μορφὴ μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποὺ μᾶς δημιούργησε.
Ἡ ἁμαρτία εἶναι αὐτὴ ποὺ ἀμαύρωσε τὴ θεϊκὴ εἰκόνα τὴν ὁποία διατηρεῖ κάθε ἄνθρωπος στὴν ὕπαρξή του. Καὶ αὐτὴν τὴν ἐξαχρειωμένη εἰκόνα μόνο ὁ Δημιουργός της μποροῦσε νὰ τὴν ἀναπλάσει, νὰ τὴν ἀνακαινίσει καὶ νὰ τῆς χαρίσει ἀσύγκριτα μεγαλύτερη τιμὴ καὶ δόξα.
Ἀδελφοί μου, γιὰ νὰ ἀνακαινισθοῦμε πνευματικὰ πρέπει νὰ φανερωθεῖ ὁ Θεὸς στὴ ζωή μας. Ὅταν, ὅμως, μᾶς φανερωθεῖ, μᾶς πλησιάσει, μὴν τὸν ἀφήσουμε νὰ φύγει θλιμμένος. Ἐκεῖνος πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς θέλει τὴν ἀνακαίνισή μας. Γι’ αὐτὴν τὴν ἀνακαίνισή μας σαρκώθηκε. Γι’ αὐτὴν σταυρώθηκε σὰν κακοῦργος. Ἂς τοῦ δώσουμε τὴν καρδία μας, τὴν ὁποία μᾶς τὴν ζητάει λέγοντας: «Υἱέ μου, δός μοι σὴν καρδίαν» ( Παρ. κγ΄ 26). Μᾶς λέει: «Δὲν θέλω τὰ λεφτά σου, δὲν θέλω τὰ πράγματά σου, δὲν θέλω τὸ τάμα σου, δὲν θέλω τὰ κεριά σου, δὲν θέλω τὴ θυσία σου, θέλω μόνο τὴν καρδιά σου μὲ ὅ,τιδήποτε αὐτὴ περιέχει, μὲ τὰ συναισθήματά σου, τὶς ἐπιθυμίες σου, τὴ θέλησή σου, γιὰ νὰ τὴν ἐξαγιάσω. Θέλω ἐπίσης τὶς ἁμαρτίες σου, γιὰ νὰ τὶς ἐξαλείψω». Ἂς θυμηθοῦμε τὸν Ὅσιο Ἱερώνυμο στὴ Βηθλεὲμ πού, ὅταν ρώτησε τὸν Κύριο ποὺ τοῦ ἐμφανίσθηκε τί δῶρο νὰ τοῦ κάνει, ἐκεῖνος εἶπε: «Τίς ἁμαρτίες σου θέλω»!
Ὅταν, λοιπόν, ἐμφανισθεῖ ὁ Θεὸς στὴ ζωή μας καὶ τὸν δεχθοῦμε στὴν καρδιά μας, τότε ἀρχίζει ἡ καλή μας ἀλλοίωση, τότε ἀρχίζει ἡ ἀνακαίνισή μας. Νὰ παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ τὸν γνωρίσουμε, ὅταν μᾶς φανερωθεῖ, γιὰ νὰ δεχθοῦμε τὴν ἀνακαίνιση ποὺ μᾶς προσφέρει. Στὸν Ὅσιο Ἰωακεὶμ τὸν Ληστὴ ἀπὸ τὴν Κρήτη ποὺ ἁγίασε ἀσκητεύοντας στὴν Σκήτη τῆς γίας Ἄννης, στὸν Ἄθωνα, φανερώθηκε ὁ Θεὸς μὲ τὴν μορφὴ τῆς Ἀγίας Ἄννης. Στὸν Ὅσιο Βάρβαρο, τὸν Πενταπολίτη πειρατή, φανερώθηκε μὲ τὴ μορφὴ δύο ὁλόφωτων νέων ποὺ βαστοῦσαν τὸν ἱερέα ποὺ πήγαινε νὰ σκοτώσει.
Σὲ ἐμᾶς ἔχει φανερωθεῖ ὁ Χριστὸς στὴ ζωή μας; Μὰ ἐρωτᾶμε ἀκόμη; Ἐμφανίσθηκε μὲ τὴν ἱλαρὴ μορφὴ τοῦ Γέροντος Γαβριήλ. Στὸ πρόσωπό του δὲν εἴδαμε τὸν ἴδιο τὸν Κύριό μας; Κοντά του δὲν νοιώσαμε τὴν ἀγάπη του; Τὰ λόγια του δὲν μᾶς φώτισαν τὸ σκοτισμένο ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μυαλό μας; Ὁ ἴδιος δὲν ἔγινε πυξίδα γιὰ ὅλους μας δείχνοντάς μας τὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία; Μᾶς φανερώθηκε ὁ Θεός μας μὲ τὴ μορφὴ τοῦ Γέροντος καὶ ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε εὐγνώμονες ἀπέναντί του γιὰ αὐτή του τὴ φανέρωση. Ὁ Γέροντας Γαβριὴλ γιὰ ἐμᾶς ἦταν εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ.
Ἀδελφοί μου, ἡ φανέρωση τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας εἶναι ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἀνακαινίσεώς μας. Αὐτὸς θέλει νὰ μᾶς ἐπαναφέρει στὸ πρῶτο μας κάλλος. Στὴν ὀμορφιὰ ποὺ μᾶς ἔπλασε χωρὶς οἱ πτώσεις καὶ οἱ ἁμαρτίες μας νὰ τὴν ἀσχημίσουν. Ἂν ἐμεῖς τὸ θελήσουμε ἡ ἀνακαίνιση καὶ ἡ σωτηρία μας εἶναι δεδομένη. Μὴν τὴν ἀρνηθοῦμε. Ἄλλωστε καὶ ὁ Γέροντάς μας ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μᾶς βοηθάει πρεσβεύοντας στὸν Κύριο γιὰ ὅλους μας καὶ ἐπεμβαίνοντας μὲ τὴν ἀόρατη παρουσία του στὶς δυσκολίες καὶ τὰ προβλήματά μας. Φανερώθηκε ὁ Θεὸς στὴ ζωή μας μὲ τὴ μορφὴ τοῦ Γέροντος Γαβριὴλ καὶ μᾶς ἔδωσε ὅλα τὰ ὑλικὰ γιὰ τὴν πνευματική μας ἀνακαίνιση. Τὰ ὑλικὰ αὐτὰ τὰ ἔχουμε, καιρὸς εἶναι νὰ τὰ χρησιμοποιήσουμε μὲ τὴν εὐχή του ἀπὸ τὸν οὐρανό.
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου